Ο εξωσωματικός λιθοτρίπτης, χρησιμοποιεί ωστικά κύματα για την θραύση των λίθων χωρίς χειρουργική επέμβαση. Οι λίθοι αποβάλλονται με την ούρηση.
Η επιτυχία, σχετίζεται με την ανατομική κατασκευή του κάθε νεφρού, με το μέγεθος και την χημική σύσταση των λίθων.
Ο ουρολόγος εστιάζει τα κρουστικά κύματα του λιθοτρίπτη στο σημείο του λίθου, ενώ ο ασθενής είναι ξαπλωμένος. Από τη σκληρότητα και τη θέση του λίθου που έχει διαπιστωθεί ακτινοσκοπικά και με τη χρήση υπερήχων, ρυθμίζεται η συχνότητα και η ενέργεια των κρουστικών κυμάτων. Τα λιθιασικά συγκρίματα που προκύπτουν από το σπάσιμο της πέτρας, αποβάλλονται με την ομαλή ροή των ούρων.
Η πιθανότητα να κατακερματιστεί λίθος ενός εκτατοστού με μία μόνο λιθοτριψία ανέρχονται σε 70-75%. Για το υπόλοιπο ποσοστό θα απαιτηθούν περισσότερες από μία και έως και τρεις συνεδρίες εξωσωματικής λιθοτριψίας. Συνολικά, μπορεί να αγγίξει το 90%. Υπάρχουν ασθενείς όπως αυτοί με μεταμοσχευθέντες νεφρούς για τους οποίους δεν ενδείκνυται η εξωσωματική λιθοτριψία.
Το αποτέλεσμα για την επιτυχία της λιθοτριψίας ελέγχεται μετά από 15 ημέρες με ακτινογραφικό έλεγχο.
Για τους λίθους εκείνους που δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά με εξωσωματική λιθοτριψία, έχουν αναπτυχθεί ειδικά ενδοσκόπια και συσκευές λιθοτριψίας εξ’ επαφής οι οποίες έχουν εκμηδενίσει το ποσοστό των ασθενών που πρέπει να χειρουργηθούν με ανοιχτή επέμβαση.
